Δίκαιο των Ψυχικά Ασθενών

Ένα από τα πιο περίπλοκα και λεπτά ζητήματα στον χώρο του Δικαίου στη Κύπρο αλλά και παγκόσμια, είναι η έκφραση των δικαιωμάτων των ατόμων τα οποία τυχαίνει να είναι ψυχικά ασθενείς.

Σε ποιο σημείο βρίσκεται ο ψυχικά ασθενής διεκδικώντας τα δικαιώματα του; Τι είναι το άτομο αυτό για το Δίκαιο;

Οι ψυχικά ασθενείς, αποτελούσαν διαχρονικά μια κατηγορία ατόμων χωρίς δικαιώματα, χωρίς καν νομική προσωπικότητα, το δίκαιο δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτούς. Γενικότερα, παρατηρεί κανείς ότι η άσκηση της ψυχιατρικής, για δεκαετίες, ενείχε περισσότερα στοιχεία καταστολής παρά ιατρικής, ενώ το πεδίο της ψυχικής υγείας παρέμενε ενγένει άβατο για τα ανθρώπινα δικαιώματα1.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ορίζει την έννοια της «υγείας» ως η κατάσταση της πλήρους σωματικής και ψυχικής ευεξίας και όχι μόνο η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας. Η ψυχική υγεία περιγράφεται από τον ΠΟΥ, ως μια κατάσταση «ευεξίας» κατά την οποία το άτομο ανταποκρίνεται στις δυνατότητες του, μπορεί να αντιμετωπίσει τα άγχη της καθημερινότητας, μπορεί να εργαστεί παραγωγικά και γόνιμα και είναι σε θέση να συνεισφέρει στην κοινότητα του.

Η πρώτη σημαντική προσπάθεια νομικού χαρακτήρα για την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών έγινε το 1991 με την Απόφαση 46/119 της Γενικής Συνέλευσης των Η.Ε για την Προστασία των Προσώπων με Ψυχική Νόσο και τη Βελτίωση της Φροντίδας για την Ψυχική Υγεία. 2 Τα δικαιώματα που καθορίζονται σε αυτή τη απόφαση είναι απαραβίαστα διεθνώς.

Η Απόφαση 46/119 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με την Προστασία των Προσώπων με Ψυχική Νόσο και τη Βελτίωση της Φροντίδας για την Ψυχική Υγεία, που υιοθετήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου, αποτελείται από 25 Αρχές που αναφέρονται στα πολιτικά δικαιώματα και διαδικασίες και στην πρόσβαση στην περίθαλψη και την ποιότητα αυτής, οι οποίες εφαρμόζονται χωρίς ουδεμία διάκριση ως προς την αναπηρία, την εθνικότητα, το φύλο, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, πολιτικές ή άλλες απόψεις, εθνική, νομική ή κοινωνική υπόσταση, ηλικία ή περιουσία. Η εφαρμογή των αρχών αυτών υπόκειται μόνο σε περιορισμούς της νομοθεσίας για την προστασία της υγείας ή της ασφάλειας του ίδιου του ατόμου ή τρίτων ή για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, τάξης, υγείας ή ηθικής και των βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.3

Το ψυχικό νόσημα και η ψυχοκοινωνική αναπηρία είναι ακόμα θέμα ταμπού, και χρειάζεται τεράστια προσπάθεια έτσι ώστε να ξεκινήσει ο εθνικός νομικός μηχανισμός να κινείται μακριά από παλαιωμένες λογικές.

H ψυχική υγεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα χαμηλής προτεραιότητας στις περισσότερες χώρες, παρά το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Περιφερειακό Γραφείο για την Ευρώπη) αναφέρει ότι το 27% των ανθρώπων στην Ευρώπη έχει βιώσει την εμπειρία ενός προβλήματος ψυχικής υγείας τον τελευταίο χρόνο4.

Στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα υφίσταται ο Περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμος του 1997 (77(I)/1997), ο οποίος αγγίζει μόνο θέματα νοσηλείας των ψυχικά ασθενών ατόμων, και σε καμία περίπτωση δεν ασχολείται με καίρια θέματα και πρωταρχικής αξίας δικαιώματα των ασθενών όπως είναι η ισότητα και η εξάλειψη διακρίσεων, το απαραβίαστο της προσωπικής ζωής, η αυτονομία, η σωματική ακεραιότητα, το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής, η ανεξιθρησκία, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και της ελεύθερης κίνησης.

Αντιθέτως τα άτομα αυτά αντιμετωπίζουν κατηγοριοποίηση με την ψευδή αίσθηση ότι οι ψυχικά ασθενείς είναι «όλοι το ίδιο» με αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν σωστού χειρισμού σαν ξεχωριστά άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Επιπλέον θεωρούνται ως άτομα χωρίς γνώμη, προσωπικότητα, δικαιώματα και επιθυμίες και υποβαθμίζονται ως «κατώτερα» και «επικίνδυνα».

Στη σημερινή εποχή στη οποία ζούμε δεν είναι πλέον επιτρεπτό να αντιμετωπίζονται τα άτομα αυτά ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και να στερούνται των βασικών τους δικαιωμάτων. Πλέον η ψυχική υγεία των ατόμων αποτελεί ύψιστο αγαθό μεγάλης σημασίας για την σωματική υγεία των ατόμων αλλά και για την κοινωνική «υγεία» της κοινωνίας, ομάδων και χωρών5.

Αν και προβλέπονται πληθώρα δικαιωμάτων για τους ψυχικά πάσχοντες, αυτά έως και σήμερα δεν εφαρμόζονται εξ ολοκλήρου.

Το δικαίωμα στην αξιοπρεπή περίθαλψη (εκούσια και ακούσια).

Κάθε άτομο το οποίο διαγιγνώσκεται με ψυχική νόσο, δικαιούται να αποταθεί τους φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας και να λάβει υπηρεσίες που επιστημονικά και ιατρικά είναι πλέον κατάλληλες για την ασθένεια του. Ο ασθενής έχει δικαίωμα να λάβει την περίθαλψη του σε μονάδες προσιτές, σωστά εξοπλισμένες και στελεχωμένες με άτομα που να τον αντιμετωπίζουν ως μοναδική προσωπικότητα.

Το στίγμα της ψυχικής νόσου (mental stigma), ισοδυναμεί με στέρηση του βασικού δικαιώματος πρόσβασης στην περίθαλψη και στις κατάλληλες υπηρεσίες.

Η περίθαλψη διακρίνεται σε εκούσια (από τον ίδιο τον πάσχοντα) και σε ακούσια (άνευ συναινέσεως του πάσχοντα).

Επιπλέον, ο ψυχικά πάσχοντας έχει δικαίωμα στη λήψη υπηρεσιών υγείας, οι οποίες εμπεριέχουν τον πλέον ελάχιστο κίνδυνο για τη γενική κατάσταση της υγείας του.

Το δικαίωμα στην ισότητα

Η αρχή της ισότητας επιβάλλει την ίση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, όπως επίσης, επιβάλλει την ίση μεταχείριση προσώπων που για λόγους υγείας αντιμετωπίζουν καταστάσεις πολλαπλών αποκλεισμών από τις κοινωνικές δομές, ανεξάρτητα από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους, όπως η οικονομική κατάσταση, η κοινωνική θέση, η φυλετική καταγωγή, η θρησκευτική πίστη και το μορφωτικό επίπεδο.

Η παραβίαση της αρχής της ισότητας γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, αφού σύμφωνα με την Νομολογία των δικαστηρίων μας συνιστά αδικοπραξία.

Το δικαίωμα στην ενημέρωση

Ο ψυχικά ασθενής έχει δικαίωμα να ενημερωθεί αναλυτικά, με τρόπο κατανοητό και ανταποκρινόμενο στο μορφωτικό του επίπεδο για την κατάσταση της υγείας του, καθώς και για την ψυχοφαρμακευτική αγωγή που πρέπει να λάβει. Σε κάποιες περιπτώσεις η ενημέρωση αυτή θα πρέπει να γίνεται, με τον ίδιο τρόπο, και στο άμεσο συγγενικό περιβάλλον του ασθενούς.

Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων

Αναμφισβήτητα, τα ιατρικά δεδομένα ή όσα δεδομένα είναι σχετικά με την υγεία του ατόμου αποτελούν μέρος της προσωπικότητάς του και ως εκ τούτου η επεξεργασία τους πρέπει να συνάδει με τις σχετικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών ευαίσθητων δεδομένων κάτω από την ΓΚΠΔ, και του ιατρονοσηλευτικού απορρήτου.

Η νομική υποχρέωση της προστασίας της ιδιωτικότητας και της εμπιστευτικότητας των δεδομένων του ασθενούς ορίζει τα ιατρικά δεδομένα να μην αποκαλύπτονται χωρίς την συγκατάθεσή του ιδίου, εκτός κάτω από ειδικές συνθήκες, όπως για ερευνητικούς σκοπούς, όπου στη περίπτωση αυτή τα προσωπικά δεδομένα θα καταστούν ανώνυμα.

Το ιατρικό απόρρητο αναφέρεται ρητά στον Περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμος (Νόμοι του 1967 & 1970), όπου αναφέρετε ότι «μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση του αρρώστου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του μπορεί ο ιατρός να αποκαλύψει τις πληροφορίες αυτές. Την ίδια υποχρέωση για τήρηση απόλυτης εχεμύθειας θα πρέπει ο ιατρός να μεταδώσει και στους βοηθούς του ή σε άτομα που προπαρασκευάζονται για το ιατρικό επάγγελμα».6

Ο Δεοντολογικός Κώδικας του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου αναφέρει την υποχρέωση των μελών του για την διαφύλαξη των πληροφοριών που λήφθηκαν στην διάρκεια της επαγγελματικής του πρακτικής (διδασκαλίας, πρακτικής εξάσκησης, έρευνας). Το επαγγελματικό απόρρητο καλύπτει όλα όσα ο ψυχολόγος είδε, άκουσε ή αντιλήφθηκε για άτομα στη διάρκεια της πρακτικής του, και που αφορούν την ιδιωτική τους ζωή.7

Κατ’ εξαίρεση σε κάποιες περιπτώσεις μεμονωμένα επιτρέπεται η άρση του ιατρικού και επαγγελματικού απορρήτου. Στις προαναφερθείσες περιπτώσεις αυτές απαιτείται να συντρέχει κίνδυνος για τη ζωή του ασθενή ή τη ζωή άλλων, γεγονός που μπορεί να κρίνει μόνο ο επαγγελματίας ιατρός, ψυχίατρος ή ψυχολόγος.

Το δικαίωμα στην αποκατάσταση

Εν μέσω δυσκολιών, οικονομικών κρίσεων, πανδημίας και σε περιόδους υψηλής ανεργίας οι ψυχικά ασθενείς έχουν αυξημένες δυσκολίες στην κοινωνικοοικονομική τους επανένταξη.

Η μάχη της ανεργίας, σε συνδυασμό με το στίγμα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας τους κατατάσσουν σε μια δυσμενή θέση και ταυτόχρονα αναδεικνύεται η αναγκαιότητα για την άμεση λήψη ουσιαστικών και αποτελεσματικών μέτρων που θα ευνοούν την ψυχοκοινωνική τους αποκατάσταση.

Η ψυχοκοινωνική αποκατάσταση είναι μια διαδικασία, η οποία προωθεί τα άτομα με έκπτωση της λειτουργικότητάς τους, λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, να επιτύχουν ένα όσο το δυνατόν καλύτερο επίπεδο ανεξάρτητης λειτουργίας στην κοινωνία, με απώτερο στόχο να απολαμβάνουν πλήρως το σύνολο των δικαιωμάτων τους, όπως αυτά απορρέουν από τα διεθνή κείμενα και την εθνική νομοθεσία.

Το δικαίωμα στη ζωή στην κοινότητα

Με λίγα λόγια το δικαίωμα αυτό συνίσταται στο ότι ο ψυχικά ασθενής μπορεί να διαβιεί εκτός ιδρύματος, σε κατοικία την οποία να διατηρεί. Αν δεν υπάρχει η δυνατότητα διατήρησης κατοικίας ο ασθενής μπορεί να ζει σε αξιοπρεπείς στεγαστικές δομές (ξενώνες, διαμερίσματα). Το Κράτος έχει την ευθύνη να του παρέχει τα πιο πάνω για αποφυγή της μακροχρόνιας νοσηλείας ατόμων που μπορεί να οδηγήσουν στο φαινόμενο του ιδρυματισμού.

Το δικαίωμα στη διεκδίκηση αξιώσεων

Οι ψυχικά ασθενείς καθώς και το στενό οικογενειακό τους περιβάλλον μπορούν και πρέπει να διεκδικούν το δικαίωμα στη λήψη σαφών μέτρων και πολιτικών που παγιώνουν καταστάσεις αποτελεσματικής εφαρμογής των επιμέρους δικαιωμάτων τους.

Ως ορίζεται και από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο α. 9, «έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας».

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι οι ψυχικά ασθενείς, δεν είναι άτομα δεύτερης κατηγορίας, ούτε στερούνται δικαιωμάτων. Ο ψυχικά ασθενής δεν είναι αόρατος, υπάρχει και μπορεί να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, όσο και εάν φαντάζει δύσκολο.

Η κοινωνία οφείλει να στηρίξει τα άτομα αυτά και να τα εντάξει ξανά στους κόλπους της, και ο νομοθέτης οφείλει να αναμορφώσει το νομοθετικό πλαίσιο έτσι ώστε να συγκλίνει με την εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και να διευκολύνει την πραγματική άσκηση τους.

Εν τέλει, αξίζει να θυμόμαστε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αντιτίθενται την ψυχική υγεία, αφού η τελευταία στη σύγχρονη εποχή αναγνωρίζεται ως ανθρώπινο δικαίωμα8

  1. Ν. Μπιλανάκης, Ψυχιατρική περίθαλψη και ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα, εκδ. Οδυσσέας 2004.
  2. http://www.un.org/documents/ga/res/46/a46r119.htm
  3. Δικαιώματα Ψυχικώς Πασχόντων, 2004, Αθήνα, ΜΟΝΑΔΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ & ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ «ΨΥΧΑΡΓΩΣ – Β΄ ΦΑΣΗ»
  4. Βλ. http://www.euro.who.int/en/health-topics/noncommunicable-diseases/mental-health/data-and-statistics
  5. Δικαιώματα Ψυχικώς Πασχόντων, 2004, Αθήνα, ΜΟΝΑΔΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ & ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ «ΨΥΧΑΡΓΩΣ – Β΄ ΦΑΣΗ»
  6. http://www.cylaw.org/nomoi/enop/non-ind/1967_1_16/full.html
  7. Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου, Δεοντολογικός Κώδικας Ψυχολόγων Κύπρου, σελ. 5.
  8. L. Gable / L. Gostin, Mental Health as a Human Right, in: A. Clapham / M.Robinson, Realizing the right to health [έκδ. Swiss Human Rights Book, Vol. 3], 2009, pp. 249 -261, S. Kraljić, Right to mental health as a fundamental human right, εν: Τιμ. τόμ. Π.Αγαλλοπούλου, ΙΙ, εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2011, σ. 841-857